Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

Ἅγιος Γεννάδιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Εορτάζει στις 17 Νοεμβρίου

Πολλοί τόν πλοῦτον ἐμίσησαν, τήν δέ δόξαν οὐδείς λένε κι ἐπαναλαμβάνουν συνήθως οἱ ἄνθρωποι, σάν θέλουν νά τονίσουν τήν τεράστια δύναμη πού τά κοσμικά μεγαλεῖα καί ἡ ἀγάπη τῆς δόξας ἔχουν πάνω στήν ἀνθρώπινη καρδιά. Καί ὅμως ὁ Ἅγιος Γεννάδιος, μέ τή βοήθεια τοῦ Χριστοῦ πού ἀγάπησε μέ τήν ψυχή του, ξεπέρασε τό μεγάλο καί ἀχόρταστο τοῦτο πάθος καί νίκησε. Μιά γρήγορη ματιά στούς πιό σημαντικούς σταθμούς τῆς ζωῆς του θά μᾶς τό ἀποδείξει. Ἀλλά καί μία προσεκτική μελέτη τούτων θά μᾶς βοηθήσει νά ἐκτιμήσουμε περισσότερο τό ψυχικό μεγαλεῖο του.
Ποιά ἦταν ἡ ἰδιαίτερη πατρίδα τοῦ Ἁγίου δέν γνωρίζουμε οὔτε καί ποιά ἡ καταγωγή του. Ἐκεῖνο, πού γνωρίζουμε εἶναι, πώς αὐτός ἤκμασε στά τελευταῖα χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα Λέοντος Α’ τοῦ γνωστοῦ καί μέ τό ἐπώνυμο τοῦ Μακέλλη (457 – 474 μ.Χ.). Ἐπίσης ὅτι ἦταν σύγχρονος τῶν μεγάλων ἀσκητῶν Δανιήλ τοῦ Στυλίτη, πού ἔζησε τριάντα τρία χρόνια πάνω σ’ ἕναν στυλό, καί τοῦ Ἀνδρέα τοῦ διά Χριστόν Σαλοῦ. Ὁ σεμνός ἐγκωμιαστής του, ὁ γλυκύτατος τῆς Κύπρου Ἅγιος, ὁ μακάριος Νεόφυτος ἀναφέρει πώς ὁ «γενναῖος Γεννάδιος ἣν πρεσβύτερος τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας». Καί ἀκόμη πώς στήν ἕδρα τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, τήν ξακουστή Πόλη ὅπου ζοῦσε ἀπό νωρίς διακρίθηκε γιά τήν ταπεινοφροσύνη καί τή σεμνότητα τοῦ βίου του, μά καί τή μεγάλη του ἐξυπνάδα καί ἀρετή.

Τό παράδειγμα τῆς ζωῆς τῶν ἁγίων πατέρων καί ὁσίων της Ἐκκλησίας μας πού παρακολουθοῦσε καί μέ προσοχή μελετοῦσε, πολύ τόν συγκινοῦσε καί μέ πόθο βαθύ ἀγωνιζόταν νά τό μιμηθεῖ. Ἡ ψυχή του φλεγόταν ἀπό τήν ἱερή ἐπιθυμία νά ἀφιερωθεῖ καί αὐτός στόν Θεό καί νά βαδίσει τόν δρόμο πού ὁδηγεῖ στήν ἠθική τελειότητα. Τό εὐαγγελικό «ἔσεσθε οὒν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειος ἐστίν» (Ματθ. ε’ 48), δηλαδή ἀγωνισθεῖτε νά γίνετε τέλειοι, ὅπως τέλειος εἶναι κι ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος, κυκλοφοροῦσε διαρκῶς καί ἔντονα στήν σκέψη του. Καί τόν συγκινοῦσε. Καί τόν γοήτευε. Καί τόν παρορμοῦσε νά εἶναι προσεκτικός καί ν’ ἀγωνίζεται σκληρά, γιά νά προχωρεῖ κάθε μέρα καί πιό πετυχημένα στήν καλλιέργεια τοῦ χαρακτήρα του. Καί τό ἀποτέλεσμα τῶν κόπων καί τῶν προσπαθειῶν του παρουσιαζόταν κάθε τόσο καί πιό πλούσιο σ’ εὐλογίες. Ἡ προκοπή του στήν ἄσκηση μεγάλωνε σταθερά καί ἡ ἀρετή του σάν πολύεδρο διαμάντι σκορποῦσε γύρω καί παντοῦ τήν λάμψη καί τήν μαρτυρία μίας λαμπρῆς καί ζηλευτῆς πολιτείας. Μίας πολιτείας τόσο ὑπέροχης, ὥστε ὁ χρονογράφος Εὐφραίμιος νά τόν χαρακτηρίζει «τύπον εὐσέβειας καί παντός κάλου».
Αὐτή ἡ λάμψη τῆς ἀρετῆς του πού ἀκτινοβολοῦσε τόν ὑπέροχο χαρακτήρα του καί τήν ἐξαίρετη ἀνθρωπιά του, ἔγινε αἰτία, ὥστε Βασιλιάς καί Σύγκλητος καί κλῆρος καί λαός σ’ αὐτόν νά στραφοῦν μόλις πέθανε ὁ τότε Πατριάρχης Ἀνατολίας, καί αὐτόν νά ὑποδείξουν καί νά καλέσουν ὡς τόν μόνο κατάλληλο, γιά ν’ ἀναλάβει στά στιβαρά χέρια του τό πηδάλιο τῆς χειμαζόμενης Ἐκκλησίας. Καί δικαιώθηκαν.
Στήν ἅγια μορφή τοῦ ἱεροῦ Γενναδίου ὁ πιστός λαός τῆς Βασιλεύουσας βρῆκε τόν ἄξιο καί στοργικό ποιμένα του. Γιά δέκα τρία χρόνια καί δυό μῆνες (458 – 471) ὁ συνετός καί φλογερός Ἱεράρχης ἀνέλαβε καί διεξήγαγε ἕνα σταθερό καί ἀσταμάτητο ἀγώνα γιά τήν πνευματική ἄνοδο τοῦ ποιμνίου του, τήν φύλαξή του ἀπό τίς αἱρέσεις καί τήν προσήλωσή του στήν ὀρθή πίστη τῶν Πατέρων. Στό πρόσωπό του εἶδαν καί βρῆκαν ὅλοι τόν ἀκούραστο καί ἄγρυπνο πατέρα, πού ἤξερε νά ἀναλίσκεται σάν λαμπάδα γιά νά φωτίζει μέ τό παράδειγμά του, νά θερμαίνει μέ τήν ἀγάπη του καί νά γλυκαίνει μέ τά λόγια καί τίς περιποιήσεις του τόν πόνο τοῦ λαοῦ του.
Τό χριστιανικό καί βιβλικό κήρυγμά του ἀπευθυνόταν πρός ὅλους. Καί ἦταν ἄλλοτε εἰρηνικό καί γαλήνιο κι ἄλλοτε ἐλεγκτικό: Εἰρηνικό καί γαλήνιο πρός τόν πιστό καί ἀφοσιωμένο λαό, πού μέ δίψα ἔτρεχε ν’ ἀκούσει καί νά ὠφεληθεῖ ἀπό τά λόγια οἰκοδομῆς καί παρηγοριᾶς, πού τοῦ πρόσφερε ὁ φιλόστοργος πατέρας. Ἐλεγκτικό καί αὐστηρό σ’ ἐκείνους πού παρανομοῦσαν, ὁποιοιδήποτε καί ἂν ἦταν αὐτοί, καί ζητοῦσαν νά κατασκανδαλίσουν τόν ἀθῶο καί πονεμένο λαό.
Ἡ μέριμνα καί ἡ φροντίδα του γιά τό ποίμνιό του τόν συνεῖχε μέρα καί νύχτα. Ἡ διακήρυξη τοῦ θείου Παύλου «τίς ἀσθενεῖ καί οὐκ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται, καί οὐκ ἐγώ πυροῦμαι» (Β’ Κοριν. ια’ 29), ἦταν καί δική του. Πολλές φορές ὁ ὕπνος ἀρνιόταν νά τόν ἐπισκεφθεῖ καί νά κλείσει τά βλέφαρά του, σάν θυμόταν πώς μερικά ἀπό τά πνευματικά παιδιά του δέν εἶχαν τό ἀνάλογο φόρεμα τῆς πίστεως καί τῆς χριστιανικῆς ἐλπίδος καί ἀγάπης. Ἢ σάν ἄκουε πώς κάποιος αἱρετικός εἶχε γλιστρήσει ἀνάμεσα στούς χριστιανούς του καί ἀπειλοῦσε νά τούς παρασύρει καί τούς ἀποκόψει ἀπό τήν μάνδρα τῆς Ὀρθοδοξίας. Γνώριζε ὁ ἄγρυπνος καί πολύπειρος ἱεράρχης, πώς ὁ χρόνος πού πέρασε εἶχε σκορπίσει πολλά ξένα σώματα στό καθαρό καί ἄδολο χρυσάφι τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ. Οἱ αἱρετικοί μέ πεῖσμα καί φανατισμό, μά καί ἔντεχνα εἶχαν κατορθώσει ἀπό καιρό νά σπείρουν τά ζιζάνια τῆς πλάνης τους στόν ἀγρό τῆς «μίας, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας». Ὅμως ὁ φρόνιμος καί φιλόπονος οἰκονόμος τῶν Μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, πού εἶχε βαθιά ἐπίγνωση τῆς ἀποστολῆς καί τῶν ὑποχρεώσεών του ἔναντι τῶν ψυχῶν τοῦ ποιμνίου του, ἀκούραστος πάντα καί μέ ζῆλο ἀποστολικό δίδασκε κάθε μέρα καί νουθετοῦσε τόν λαό του στήν ὀρθή πίστη. Ὡς δόκιμος καί καλός γεωργός φρόντιζε νά περιποιεῖται καί νά κρατᾶ τό «γεώργιόν» του μακριά ἀπό τίς ἐπιβουλές τῶν κακῶν γεωργῶν, πού σάν λύκοι μέ ἔνδυμα προβάτου ἐρχόντουσαν νά σκορπίσουν τά ζιζάνια τῶν αἱρέσεών τους στόν ὀρθόδοξο χριστιανικό ἀγρό.
Τέτοιοι κακοί γεωργοί τήν ἐποχή αὐτή ὑπῆρξαν μαζί μέ ἄλλους οἱ ὀπαδοί τῆς παλαιᾶς αἱρέσεως τοῦ μονοφυσιτισμοῦ καί οἱ σιμωνιακοί. Ἡ λέξη προῆλθε ἀπό κάποιο Σίμωνα μάγο. Αὐτός, ὅπως μᾶς ἀναφέρουν αἱ Πράξεις (η’ 14 – 24), σάν εἶδε ἐκεῖ στήν Σαμάρεια ὅπου ζοῦσε τούς Ἀποστόλους Πέτρο καί Ἰωάννη νά μεταδίδουν μέ τήν ἐπίθεση τῶν χειρῶν τους ἐπάνω στούς νεοβαπτισθέντας χριστιανούς τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πλησίασε καί πρόσφερε χρήματα πολλά στούς Ἀποστόλους, γιά νά δώσουν καί σ’ αὐτόν τοῦτο τό χάρισμα. Στήν πρότασή του, ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀπήντησε μέ καυστική δριμύτητα καί τόν ἔδιωξε. Ἀπό τότε ὅσοι ζητοῦν μέ χρήματα ν’ ἀγοράσουν τήν δωρεά τοῦ Θεοῦ, καλοῦνται «σιμωνιακοί» καί ἡ πράξη τους «σιμωνία». Οἱ πρῶτοι μέ τρόπο ὕπουλο ἀγωνίζονταν νά νοθεύσουν τό ὀρθό δόγμα. Οἱ δεύτεροι, γιά νά ἱκανοποιήσουν τό ἀχόρταγο πάθος τῆς φιλαργυρίας τους, πωλοῦσαν καί ἀγόραζαν τό ἀτίμητο ἀξίωμα τῆς ἱεροσύνης μέ χρήματα. Γιά τούς πρώτους, ὁ καλός ποιμένας ἀνέλαβε συνεχές κήρυγμά των, γιά νά διαφωτίσει τό ποίμνιό του γιά τήν ὀρθή θέση τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στήν αἵρεση αὐτή. Γιά τούς δεύτερους κυκλοφόρησε τήν γνωστή θεόσοφο Συνοδική ἐγκύκλιο ἐπιστολή του μέ τήν ὁποία καταδικάζει τήν πράξη καί ἀπαγορεύει στούς ἐπισκόπους νά χειροτονοῦν κατόπιν πληρωμής ἀναξίους ἐργάτες γιά τόν ἀγρό τοῦ Κυρίου.
Ἡ ἐπιστολή αὐτή εἶναι στ’ ἀλήθεια ὑπέροχη, μά καί πολύ αὐστηρή. Σ’ αὐτήν μεταξύ ἄλλων ἀναφέρονται καί τοῦτα. «Ἡμεῖς ἐν τούτῃ τῇ νέᾳ Ρώμῃ καί βασιλίδι μετά τῆς ἐνδημούσης ἡμῖν ἁγίας συνόδου ὁρίζομεν..., ὥστε δίχα πάσης ἐπινοίας καί προφάσεως καί σοφίσματος τήν ἀσεβῆ ταύτην νόσον καί βδελυράν (ἐννοεῖ τήν σιμωνία), παντελῶς ἐκκοπῆναι τῶν ἁγιωτάτων ἐκκλησιῶν τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀκαπηλεύτου καί καθαρός τῆς τοῦ χειροτονοῦντος χειρός γινομένης, ἄνωθεν καί ἡ καθαρά του Ἁγίου Πνεύματος Χάρις ἐπιφοιτώσα ἐκπληροί τόν χειροτονούμενον, καί μή συστέλλεσθαι μᾶλλον ὡς ἤδη διά χρημάτων τῆς χειρός μολυνθείσης δεῖ γάρ τούς χειροτονοῦντας ὑπηρέτας εἶναι τοῦ Πνεύματος καί μή πράτας τοῦ Πνεύματος καί χάριν εἶναι τήν χάριν καί μηδαμῶς μεσιτεύειν ἀργύριον. Διό ἔστω τοί νῦν καί ἔστω ἀποκήρυκτος (ἀφορισμένος) καί πάσης ἱερατικῆς ἀξίας ἀλλότριος καί τήν κατάρα τοῦ ἀναθέματος ὑποκείμενος ὁ τεκτώμενος καί ὁ διδούς αὐτήν (τήν ἱερατική ἐξουσία) διά χρημάτων»... Λόγια φοβερά. Ἀλλά καί λόγια ἀξιοπρόσεκτα. Ὑπηρέτες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι οἱ ἐπίσκοποι πού τελοῦν τίς χειροτονίες. Ὑπηρέτες καί ὄχι ἔμποροι...
Γιά τόν πνευματικό ἐφοδιασμό τῶν χριστιανῶν ὁ ἀφοσιωμένος στό καθῆκον ἱεράρχης ἐκτός ἀπό τήν ἀξιόλογη συγγραφική του παραγωγή φρόντισε καί ἱδρύθηκε τοῦτο τόν καιρό (463) στήν Πόλη ἡ ξακουστή ἀργότερα Μονή τοῦ Στουδίου καί ὁ πάνσεπτος ναός τῆς Θεοτόκου, ὁ γνωστός μας μέ τ’ ὄνομα Ναός τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Γιά τοῦτο τόν ναό οἱ δύο πατρίκιοι Γάλβιος καί Κάνδιδος ἔφεραν ἀπό τά Ἱεροσόλυμα καί ἐναπέθεσαν σ’ αὐτόν τήν ἱερή ἐσθήτα τῆς Θεομήτορος. Ἔτσι ὁ εὐσεβής λαός τῆς Βασιλίδος τῶν πόλεων μέ τή βοήθεια καί τόν ζῆλο τοῦ στοργικοῦ ποιμένα του ἐξασφάλιζε δύο ἀκόμη πολύτιμα μέσα πνευματικῆς καλλιέργειας καί ψυχικῆς ἀνατάσεως καί οἰκοδομῆς.
Ἡ ὑποχρεωτική ὅμως ἀπό τή γόνιμη ἀρχιερατεῖα του προβολή, ἐντελῶς ξένη πρός τήν ἰδιοσυγκρασία του καί τόν αὐστηρό τρόπο ἀσκήσεως μέ τόν ὁποῖο ἤθελε νά ζεῖ ὁ καλός ποιμήν, τόν ὁδήγησαν στήν ἡρωική ἀπόφαση νά ἀνταλλάξει κάποτε τήν αἴγλη καί τά μεγαλεῖα τοῦ προκαθημένου τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καί ἐπισκόπου τοῦ πρώτου θρόνου τῆς Οἰκουμένης μέ τήν ἁπλή καί ἀθόρυβη ζωή τοῦ μονάχου. Ἔτσι, ἀφοῦ κατά παραχώρηση Θεοῦ προαισθάνθηκε τό τέλος του, ἔσπευσε νά χειροτονήσει καί ν’ ἀφήσει γιά διάδοχό του στόν πατριαρχικό θρόνο τόν πρεσβύτερο Ἀκάκιο, ἄνθρωπο ἀναγνωρισμένης ἱκανότητος καί ἀρετῆς καί νά ἀποσυρθεῖ. Φόρεσε τόν δερμάτινο σάκο τοῦ ἀσκητῆ, ἔβαλε κατάσαρκα στό κορμί του σίδερα καί ἀναχώρησε νύχτα ἀπ’ τήν Πόλη. Μέ συνοδό ἕναν εὐλαβή μοναχό, τόν Νεῖλο, τράβηξε γιά τούς Ἁγίους Τόπους. Ἐκεῖ ἀφοῦ εἶδε καί προσκύνησε τόν φρικτό Γολγοθᾶ καί τόν Ζωοδόχο Τάφο προχώρησε γιά τήν Κύπρο. Ἔφτασε στήν Πάφο καί χωρίς καμιά χρονοτριβή ἀφῆκε ἐκεῖ τόν συνοδό του Νεῖλο καί αὐτός μόνος ξεκίνησε γιά τό ὄρος, ὅπου παλιά εἶχε στήσει τήν ἀσκητική του παλαίστρα ὁ γίγας τῆς μοναστικῆς ζωῆς, Ἰλαρίων ὁ Μέγας.
Ἡ ἀπόσταση ἀπ’ τήν πόλη ἦταν μεγάλη. Κουρασμένος ὁ σεβάσμιος γέροντας ἀπ’ τά χρόνια περπατοῦσε σιγά. Ἔτσι πρίν νά φτάσει, ἄρχισε νά νυκτώνει καί νά πέφτει χιονόνερο. Γιά νά φυλαχθεῖ ἀπ’ τήν θύελλα, τάχυνε τό βῆμά του πρός τό χωριό Κισσόπτερα, πού εἶναι κοντά καί ζήτησε καταφύγιο σ’ ἕνα σπίτι στό ὁποῖο κατοικοῦσε μία χήρα μέ τά δυό παιδιά της. Κτύπησε τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ πολλές φορές. Φώναξε, παρακάλεσε, μά κανένας δέν τοῦ ἄνοιξε. Ἀλήθεια! Τό ἀποτέλεσμα δέν εἶναι δύσκολο νά τό συμπεράνουμε. Ἀπό τό δυνατό κρύο ὁ Ἅγιος πάγωσε καί τή νύχτα ἐκείνη παρέδωκε τό πνεῦμα. Τήν ἄλλη μέρα τό πρωί τόν βρῆκαν οἱ χωριανοί νεκρό, τή δέ ἄπονη χήρα καί τά παιδιά της μισοπεθαμένους καί ξεπαγιασμένους.
Ἕνας ἀπό τό χωριό μετέφερε στόν ἐπίσκοπο τῆς Πάφου τό μήνυμα. Καί ὁ Ἐπίσκοπος Ὑπερόριος ἔστειλε ἕναν ἱερέα καί ἕναν λαϊκό μαζί, γιά νά κανονίσουν τά τῆς ταφῆς τοῦ μοναχοῦ. Αὐτή τήν ἐντύπωση ἔδινε ὁ νεκρός ἱεράρχης. Ὁ λαϊκός πού ἔφτασε πρῶτος ἀνήγγειλε στούς ἐκεῖ παρευρισκομένους, τόν ἐρχομό τοῦ ἱερέα τόν ὁποῖο καί περίμεναν. Ὁ ἱερέας ὅμως, ὅταν ἔφτασε ἔξω ἀπό τό χωριό, ὅπου βρισκόταν ἡ βρύση τοῦ νεροῦ, ἀναγκάστηκε νά σταματήσει καί φοβισμένος νά γυρίσει πίσω, γιατί ἀντί τῆς βρύσης ἔβλεπε μπροστά του ἕνα μεγάλο καί ἀπέραντο ποταμό. Σέ λίγο ἄλλος ἀπεσταλμένος ἀπό τό χωριό ἔτρεξε πρός τόν ἐπίσκοπο καί τοῦ ἀνέφερε, πώς ὁ ἱερέας δέν εἶχε πάει καί τοῦ ζήτησε νά ἐνδιαφερθεῖ γιά τήν κηδεία τοῦ μοναχοῦ. Τήν στιγμή ἐκείνη προσῆλθε καί ὁ ἱερέας πού εἶχε σταλεῖ καί ἐξήγησε πώς ὁ λόγος πού δέν πῆγε στό χωριό ἦταν ἡ ὕπαρξη ἐνός πολύ μεγάλου ποταμοῦ, πού βρισκόταν μπροστά στό χωριό. Τά λόγια αὐτά κίνησαν τήν περιέργεια τοῦ Ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ κάλεσε ὅλους τούς ἱερεῖς τῆς πόλεως ξεκίνησε μ’ αὐτούς καί μέ πλήθη λαοῦ πρός τό χωριό. Πραγματικά, ὅταν ἔφτασαν κοντά στή βρύση τοῦ νεροῦ, εἶδαν μέ μεγάλη ἔκπληξή τους ἀντί τῆς βρύσης ὄχι μόνο τόν τεράστιο ποταμό, ἀλλά καί σκοτάδι πάνω ἀπ’ τό νερό. Ὁ Ἐπίσκοπος κατάλαβε, πώς ὁ νεκρός γιά τόν ὁποῖο τοῦ μίλησαν δέν μποροῦσε νά εἶναι ἕνας κοινός μοναχός, ἀλλά κάποιος μεγάλος Ἅγιος καί ὅτι αὐτοί ἀπό ἀναξιότητα δέν μποροῦσαν νά πλησιάσουν. Ὕστερα ἀπό ἐκτενή καί κατανυκτική παράκληση ὁ ποταμός ἐξαφανίστηκε, τό σκοτάδι διαλύθηκε καί φάνηκε ἡ βρύση τοῦ νεροῦ. Αὐτήν ὁ ἐπίσκοπος ὀνόμασε Ὅμορον Ὕδωρ (δηλ. κοντινό νερό) τό γνωστό σήμερα μέ τ’ ὄνομα Μωρόν Νερόν.
Μετά τήν ἐξαφάνιση τοῦ ποταμοῦ ὁ ἐπίσκοπος μέ τούς ἱερεῖς καί τόν λαό προχώρησε πρός τό μέρος πού βρισκόταν ὁ νεκρός. Σάν ἔφτασε προσκύνησε μέ εὐλάβεια τό δερμοφόρο καί σιδηροφόρο σκήνωμα καί διέταξε νά φέρουν καί νά βάλουν κοντά σ’ αὐτό τήν ἀκίνητη καί μισοπαγωμένη χήρα μέ τά παιδιά της. Τότε ὁ εὐλαβής ἐπίσκοπος Ὑπερόριος γονάτισε μπροστά στό λείψανο καί προσευχήθηκε. Ἀπό μέρους τῆς γυναίκας ζήτησε ἀπ’ τόν ξένο μοναχό νά τήν συγχωρήσει καί νά τῆς χαρίσει πάλι τήν ὑγεία της.
Τό θαῦμα ἔγινε. Ἡ μισοπεθαμένη γυναίκα καί τά παιδιά της ζωντάνεψαν στή στιγμή. Κινήθηκαν, σηκώθηκαν, περπάτησαν. Μικροί καί μεγάλοι ξέσπασαν σέ φωνές καί μέ δάκρυα χαράς δόξασαν τόν Πανάγαθο Θεό καί τόν ἄγνωστο Ἅγιό του. Σέ λίγο πλήθη λαοῦ ἀπ’ τήν πόλη καί τά γειτονικά μέρη πού ἄκουσαν τά γενόμενα, ἄρχισαν νά καταφθάνουν στό μικρό χωριό, γιά νά ἰδοῦν καί νά προσκυνήσουν τόν θαυματουργό μοναχό. Ἀνάμεσα σ’ αὐτούς πού ἦρθαν ἦταν καί ὁ συνοδός τοῦ Ἁγίου, ὁ Νεῖλος. Σκηνή πολύ συγκινητική διαδραματίστηκε τήν ὥρα πού αὐτός ἀντίκρισε τόν νεκρό ἱεράρχη. Ἔπεσε πάνω στό Ἅγιο Λείψανο καί μέ κλάματα καί φωνές θρηνοῦσε τόν κύριό του. Ἔτσι ἀποκαλοῦσε τόν νεκρό. Ὁ ἐπίσκοπος Ὑπερόριος κάλεσε ἰδιαίτερα τόν Νεῖλο καί ζήτησε ἀπ’ αὐτόν νά τοῦ πεῖ τήν ταυτότητα τοῦ νεκροῦ. Ὁ μοναχός Νεῖλος ἀρνιόταν στήν ἀρχή. Ὕστερα ὅμως τοῦ φανέρωσε τό μυστήριο:
– Δέσποτά μου, τοῦ εἶπε, ὁ μοναχός αὐτός, ὁ ξένος καί ταπεινός, εἶναι ὁ Γεννάδιος, ὁ ἄλλοτε ἀρχιεπίσκοπος τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
Στό ἄκουσμα τοῦ ὀνόματος ὁ ἐπίσκοπος Ὑπερόριος σηκώθηκε καί βαθιά συγκινημένος ἔδωσε ἐντολή νά ἑτοιμάσουν γιά τόν νεκρό τό ἀνάλογο φέρετρο. Ὕστερα, ἀφοῦ τοποθέτησαν ἐκεῖ τό Ἅγιο Λείψανο, μέ ὕμνους καί θυμιάματα, τό σήκωσαν καί μέ λαμπάδες καί ἄλλην ἱερή δορυφορία τό μετέφεραν γιά νά τό θάψουν στήν ἐπισκοπή. Μόλις οἱ ἄνθρωποι πού κρατοῦσαν τό φέρετρο προχώρησαν καί ἔφτασαν ἐκεῖ πού κτίσθηκε ἀργότερα ὁ ὁμώνυμος Ναός, ἔνοιωσαν μεγάλη κούραση καί ἀπέθεσαν τό φέρετρο γιά νά ξεκουραστοῦν λίγο. Ὅταν ὕστερα δοκίμασαν νά τό σηκώσουν πάλι καί νά προχωρήσουν, στάθηκε ἀδύνατο. Τό φέρετρο δέν μετακινεῖτο. Νόμιζε κανείς πώς εἶχε ριζώσει στή γῆ. Τό γεγονός αὐτό τούς ἔκαμε νά καταλάβουν, πώς ὁ Ἅγιος ἤθελε στόν τόπο ἐκεῖνο νά ταφεῖ. Αὐτό καί ἔγινε. Ἐκεῖ τόν ἔθαψαν καί ἐκεῖ ἀργότερα ἡ εὐλάβεια τῶν πιστῶν ἔκτισε ἕνα Ναό στή μνήμη του.
Στήν κηδεία τοῦ Ὁσίου πολλοί ἄρρωστοι ἔγιναν καλά. Καί γιά πολλούς ἄλλους ὁ τάφος του στάθηκε πηγή ἰαμάτων. Εἰδικά ὁ Ἅγιος ἔλαβε τήν χάρη ἀπό τόν Θεό νά θεραπεύει ὅσους ὑποφέρουν ἀπό κρυολογήματα καί ἀπό τόν βήχα, ἐπειδή καί αὐτός ἀπό τό πολύ κρύο ἀπέθανε.
Ἂν καί ὁ Βηχιανός ἀναφέρεται μεταξύ τῶν τοπικῶν Ἁγίων τῆς Κύπρου, μερικοί φρονοῦν ὅτι τό ὄνομα τοῦτο εἶναι μᾶλλον ἐπίθετο τοῦ Ἁγίου Γενναδίου καί ὅτι ὁ Ἅγιος Βηχιανός καί ὁ Ἅγιος Γεννάδιος εἶναι ἕνα καί τό αὐτό πρόσωπο. Ὁ Ἅγιος Βηχιανός καί Βησσιανός ἔχει ὡς κέντρο σεβασμοῦ τό μικρό χωριό Ἀνάγια, πού βρίσκεται 10 περίπου μίλια ΝΔ τῆς Λευκωσίας καί τήν Κισσοῦσα τῆς ἐπαρχίας Λεμεσοῦ. Τοιχογραφίες τοῦ Ἁγίου βρίσκουμε σέ ἐκκλησίες τῆς Γαλάτας, τοῦ Ἰδαλίου, Καλοπαναγιώτη κλπ. Φορητές εἰκόνες στά Ἀνάγια, σέ Ναούς τῆς Λευκωσίας (Ἁγ. Σάββα, Τρυπιώτη), τῆς Λάρνακος καί ἀλλαχοῦ.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Ἀρετῶν ταῖς ἰδέαις κατακοσμούμενος, τῆς Ἐκκλησίας ἐδείχθης Ἀρχιεράρχης σοφός, καί ποιμήν ἀληθινός, πάτερ Γεννάδιε, ὡς θεράπων τοῦ Χριστοῦ, καί ὁσίων κοινωνός, ἐν πάσῃ δικαιοσύνη. Καί νῦν δυσώπει ἀπαύστως, ἐλεηθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου